Kρεσέντο υποβαθμίσεων της ελληνικής οικονομίας από τους διεθνείς οίκους

0
82

υρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας κατά περίπου 9% το 2020 βλέπει η Standard & Poor’s, λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας, ενώ περιμένει ανάκαμψη των ρυθμών ανάπτυξης το 2021.

Σημειώνει παράλληλα ότι λόγω της αβεβαιότητας για τη διάρκεια της πανδημίας και την συνεπαγόμενη οικονομική κρίση και τον πλήρη αντίκτυπο τους στην οικονομία, αναθεωρεί το outlook της Ελλάδας σε “σταθερό” από “θετικό”.

“Θεωρούμε ότι η κυβέρνηση έχει σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια ενόψει των επιπλοκών σε οικονομικό και δημοσιονομικό επίπεδο από την κρίση του COVID-19 τα οποία υποστηρίζουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στα τρέχοντα επίπεδα”, αναφέρει ο οίκος.

Σε αυτό το πλαίσιο, επιβεβαιώνει την πιστοληπτική αξιολόγηση στο ‘BB-/B’.

Όπως εξηγεί, το σταθερό outlook “αντανακλά την άποψη μας ότι τα σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια της Ελλάδας αντισταθμίζουν τους κινδύνους στην πιστοληπτική ικανότητα από τις επιπτώσεις της πανδημίας σε οικονομικό και δημοσιονομικό επίπεδο”.

Προειδοποιεί ταυτόχρονα ότι θα μπορούσε να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση εάν η οικονομική ανάπτυξη είναι σημαντικά πιο αδύναμη από τις εκτιμήσεις της, διαβρώνοντας έτσι τα δημοσιονομικά περιθώρια και οδηγώντας σε σημαντική απόκλιση από τις τρέχουσες δημοσιονομικές προβλέψεις.
Ο οίκος κάνει λόγο πάντως και για ένα ανοδικό σενάριο. Όπως επισημαίνει, θα εξέταζε την αναβάθμιση της Ελλάδας “εάν ο αντίκτυπος της πανδημίας στις οικονομικές επιδόσεις της χώρας αποδειχθεί βραχύβιος και η τρέχουσα επιβράδυνση των δημοσιονομικών επιδόσεων λόγω της κρίσης αναστραφεί”.

Ο οίκος αναφέρει επίσης ότι θα αναβάθμιζε τις αξιολογήσεις του στο πλαίσιο μιας συνεχιζόμενης υλοποίησης πολιτικών προσανατολισμένων προς την οικονομική σταθερότητα για να αντιμετωπιστούν οι υπολειπόμενες διαρθρωτικές προκλήσεις στην οικονομία.

Άλλη μια πιθανή ενεργοποίηση για αναβάθμιση της αξιολόγησης σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο θα αποτελούσε μια σημαντική μείωση της μη εξυπηρετούμενης έκθεσης (NPEs) στο τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, κάτι που θα ωφελούσε το μηχανισμό μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, όπως αναφέρει.
Επιβεβαίωση της αξιολόγησης

Ο οίκος αναφέρει ότι η επιβεβαίωση της αξιολόγησης βασίζεται στα σημαντικά δημοσιονομικά περιθώρια της Ελλάδας που έχτισε τα προηγούμενα χρόνια εξαιτίας:
-Της πολύ ισχυρής δημοσιονομικής επίδοσης της χώρας
-Της διατήρησης σημαντικών αποθεμάτων ρευστότητας στον κυβερνητικό ισολογισμό
-Της ευνοϊκής δομής του κρατικού χρέους και
-Της ευελιξίας στη χρηματοδότηση που ενισχύθηκε από την πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων λόγω της πανδημίας και ως ασφάλεια στις πράξεις αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ.

Όπως αναφέρει, όσον αφορά την ωρίμανση και το μέσο επιτόκιο, η Ελλάδα έχει ένα από τα πιο πλέον ευνοϊκά προφίλ χρέους μεταξύ των κρατών που αξιολογεί.

Σημειώνει επίσης ότι με βάση τις προβλέψεις της, μετά από μια μεγάλη αύξηση το 2020, το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης και ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ θα αρχίσουν να υποχωρούν από το 2021, με τη βοήθεια της ανάκαμψης της ονοµαστικής αύξησης του ΑΕΠ και της δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Τουρισμός και εξαγωγές

Στην ανάλυση του ο οίκος επισημαίνει ότι με βάση τις εκτιμήσεις του οι επενδύσεις και οι εξαγωγές ιδιαίτερα θα συρρικνωθούν σημαντικά φέτος, με τον αντίκτυπο στον σημαντικό για τη χώρα κλάδο του τουρισμού να είναι ιδιαίτερα αρνητικός. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις το 2019, σημειώνει, έφτασαν σχεδόν το 10% του ΑΕΠ.

Για το 2021 ο οίκος περιμένει οικονομική ανάκαμψη της Ελλάδας, το μέγεθος της οποίας θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων παραγόντων που συνδέονται με το πιθανό τέλος της κρίσης του COVID-19, από την αποκατάσταση της τουριστικής δραστηριότητας.

“Για τα επόμενα τρία χρόνια περιμένουμε η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας να ξεπεράσει το μέσο όρο της Ευρωζώνης και αυτό περιλαμβάνει το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους”, αναφέρει ο οίκος.

Περιμένει επίσης η οικονομική επίδοση της χώρας να παραμείνει ισορροπημένη, τροφοδοτούμενη κυρίως από την εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές. Σε αυτό το πλαίσιο, ο οίκος περιμένει σταθερή άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης εν μέσω υψηλότερης απασχόλησης, μετά την υποχώρηση του 2020.

Τα δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης τα οποία περιλαμβάνονται στο προϋπολογισμό του 2020, όπως η μείωση του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων για τα πιο χαμηλά εισοδήματα, η μείωση του φόρου ακινήτων και το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα για τις πληρωμές καθυστερούμενων φορολογικών οφειλών αναμένεται να στηρίξουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, εκτιμά η S&P.
“Κλειδί” η μείωση των κόκκινων δανείων

Ο οίκος τονίζει τη σημασία που θα έχει για την ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη η μείωση των μη εξυπηρετούμενων εκθέσεων (NPEs) στις τράπεζες, “κάτι που θα οδηγούσε σε τόνωση του δανεισμού προς τον ιδιωτικό τομέα”, όπως αναφέρει.

“Θεωρούμε ότι ο θετικός αντίκτυπος των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, όπως στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, είναι απίθανο να εκδηλωθεί σε συνθήκες ύφεσης ή χαμηλής ανάπτυξης. Χωρίς πρόσβαση σε κεφάλαιο κίνησης, ο κλάδος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων – ο μεγαλύτερος εργοδότης στην ελληνική οικονομία – παραμένει σε διάφορα επίπεδα πίεσης”.

Οι χρεοκοπίες στον ιδιωτικό τομέα είναι ακόμα εκτεταμένες και αυτό περιλαμβάνει τα φορολογικά βάρη. Η ύφεση θα περιπλέξει τις προσπάθειες να μειωθεί ο μεγάλος όγκος των NPEs, εκτιμά.

Σε αντίστοιχη κίνηση προχώρησε και ο οίκος αξιολόγησης DBRS, διατηρώντας αμετάβλητη την αξιολόγηση ΒΒ (low) αλλά υποβαθμίζοντας την τάση (trend) της μακροπρόθεσμης αξιολόγησης σε σταθερή από θετική προηγουμένως.

Και σε αυτήν περίπτωση η πτωτική αναθεώρηση της τάσης οφείλεται στην παύση της οικονομικής δραστηριότητας και την πιθανή ύφεση στην οποία οδηγεί η πανδημία.

Ο οίκος επισημαίνει την γρήγορη αντίδραση της κυβέρνησης, ωστόσο προβλέπει ότι η οικονομία είναι πιθανό να συρρικνωθεί φέτος, επιδεινωμένη από τους κρίσιμους κλάδους του τουρισμού και της ναυτιλίας.

Η DBRS βάζει ερωτηματικό για το χρόνο ανάκαμψης και τονίζει ότι η επιβεβαίωση της αξιολόγησης για την πιστοληπτική ικανότητας της ελληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι σε θέση, με ισχυρή δέσμευση, να συνεχίσει τη μεταρρυθμιστική της ατζέντα.

Όπως αναφέρει, η Ελλάδα αναδύθηκε από την προηγούμενη κρίση σημειώνοντας τρία χρόνια ανάπτυξης και πέντε χρόνια πρωτογενούς πλεονάσματος, γεγονός που συνέβαλε στη δημιουργία ενός μεγάλου αποθέματος μετρητών. Ωστόσο, το βάρος του δημόσιου χρέους είναι μεγάλο, και τώρα αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω.

kourdistoportocali